Release & SNF Nostos, τι είδαμε την τελευταία μέρα

Ωραία η Siouxsie Sioux

Της Ζωής Νικολάου

Να αποδεχτούμε πρώτον ότι είναι τελείως διαφορετική η προσδοκία και η εμπειρία σ’ ένα λάιβ,όταν ο άρτιστ είναι φρέσκος απ’ όταν όταν βρίσκεται στη δύση του. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τη δυναμική ενός καλλιτέχνη που τώρα καταλαμβάνει τη θέση του στη μουσική κοινότητα και όταν τον ακούς λάιβ λαμβάνεις όλη την ενέργεια που αναδύεται από το ότι ο ίδιος ζει και υλοποιεί το όνειρό του, με εκείνον που κάποτε μεσουρανούσε και τώρα πια εμφανίζεται σαν ένα κομμάτι της ιστορίας της μουσικής,για να αναβιώσει το κοινό αναμνήσεις και συναισθήματα.

 

Να αποδεχτούμε δεύτερον, ότι υπάρχουν frontmen και frontwomen, που ποτέ δεν αναδείχτηκαν ή έμειναν στην ιστορία για τις φωνητικές τους δυνατότητες,για τις οκτάβες που έπιαναν ή για την καταπληκτική χροιά τους. Κι ίσως έμειναν στην ιστορία γιατί αυτό που έδωσαν στη μουσική,στην συγκυρία που το έδωσαν, ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη φωνητική τους δεινότητα, ήταν η ψυχή τους.

 

Την Παρασκευή,είδαμε την Siouxsie χωρίς τους Banshees,και , τηρουμένων των αναλογιών, ήταν ένα καλό λαιβ. Μια γυναίκα σταθμός στο ποτάμι της μουσικής -που ούτε αυτό γυρνά πίσω, εμφανώς γερασμένη – ναι, συμβαίνει παιδιά, όντως, με ιδιαίτερο μπρίο και όρεξη, πράγμα που στα 66 της,το λες αξιοθαύμαστο. Για όσους σχολίασαν ότι το ντύσιμό της ήταν σαν της Φαραντούρη,να τους δώσουμε μια πάστα,με την προτροπή να ζητήσουν από τον OpenAI να τους φτιάξει μια εικόνα με την Siouxsie του 2023, να φοράει leather και Vivian Westwood σκισμένο t-shirt.

 

Στα σοβαρά σχόλια, τώρα,ναι φυσικά και η φωνή της δεν απέδιδε όπως 40 χρόνια πριν,και η στενοχώρια πολλών από μας,η μελαγχολία για το πέρασμα του χρόνου,είναι απόλυτα φυσιολογική. Ας μην είμαστε, όμως, κάφροι. Η τύπισσα τα τραγούδησε όλα, χόρεψε, συνοδευόταν από μια εξαιρετική μπάντα, και τελικά συγκίνησε αρκετούς από τους παρευρισκομένους,οι οποίοι btw ήταν κάθε ηλικίας.

 

Όταν νωρίτερα έχεις παρακολουθήσει Viagra Boys, πολλώ δε μάλλον αν χθες ήρθες αποκλειστικά γι αυτούς,η Siouxsie δεν είχε κάτι να σου δώσει. Εκπροσωπεί ένα είδος που πάντα μέσα από το σκοτάδι του ήταν πολύ πιο ήσυχο από το σουηδικό (!) punk,και, φυσικά δεν προσέφερε ποτέ το ανάλογο show.

 

Όμως, έκανε μια τίμια performance με ωραίες στιγμές με τα Kiss them for me, Face to face, Land’s end, Christine. Στο Here comes that day, έκανε και το πολιτικό της σχόλιο όπου είπε ότι “έρχεται η μέρα που οι άθλιοι πολιτικοί θα πάρουν αυτό που τους αξίζει”, γνωρίζοντας προφανώς που έρχεται. Ένα τρυφερό The passenger, μας γλύκανε και μας θύμισε την περσινή εμφάνιση του Iggy Pop,που μας είχε συγκινήσει τόσο. Και τελικά, στο δεύτερο και τελευταίο encore, ακούσαμε Spellbound για καληνύχτα και αποχαιρετιστήκαμε.

Οι Bunnymen και το δίλημμα που απαντήθηκε

Του Μιχάλη Κανάκη

“This is the best song ever written”, μας είπε ο Ian McCullogh, για να ξεκινήσει το “Killing Moon”. Υπερβολικός μεν, άλλωστε τέτοιος είναι, αλλά ποιος αμφισβητεί ότι είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γραφτεί;Αυτά λίγο πριν το τέλος του set των Echo & the Bunnymen. Ian McCullogh και Will Sergeant βρέθηκαν στην Ελλάδα μετά από αρκετά χρόνια, και έδωσαν μια γεμάτη εμφάνιση στην Πλατεία Νερού, με ένα “best of” set. “Rescue”, “Flowers”, “Seven Seas” είχαν ήδη παιχτεί μέχρι τη μέση της εμφάνισής τους, ενώ το “Over the Wall” ήταν από τις καλύτερες στιγμές τους. (Κάπου εκεί μου έσβησε κάθε αμφιβολία που είχα για την απάντηση στο δίλημμα Bunnymen ή Interpol). Δυνατό, δαιμονισμένο και σκοτεινό.

 

Σκοτεινή ήταν συνολικά η παρουσία τους, αφού η σκηνή είχε ελάχιστο φωτισμό, από τον οποίο φρόντιζε να μένει μακριά ο McCullogh, ενώ δεν τους είδαμε ποτέ στις ούτε στις οθόνες, που έδειχναν το λογότυπό της μπάντας. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο πύκνωνε και ο κόσμος στην Πλατεία Νερού, όπως και οι αντιδράσεις του κοινού στα κομμάτια. Παρά τις ιδιαιτερότητες που έχουν οι φεστιβαλικές εμφανίσεις, οι Echo & the Bunnymen κατάφεραν να ξεδιπλώσουν όλες τις δυναμικές τους. Πηγαίνοντας προς το φινάλε, με το “Lips Like Sugar” ξεσήκωσαν τον κόσμο στην Πλατεία Νερού που ξεκίνησε να χορεύει.

 

Οι Echo & the Bunnymen κατάφεραν σε 60 λεπτά, να κάνουν μια ολοκληρωμένη εμφάνιση τόσο με τα κομμάτια που επέλεξαν, όσο και με τον τρόπο που τα απέδωσαν, δίνοντας πειστική απάντηση σε όσους επέλεξαν να τους δουν.

 

Στο stage του SNF Nostos

του Duke Zappa

Απόγευμα Παρασκευής στο Ξέφωτο του ΚΠΙΣΝ. Ο ήλιος είναι ακόμη ψηλά. Είναι, άλλωστε η μέρα του Θερινού Ηλιοστασίου, ημέρα οργιαστικής κατανάλωσης αλκοόλ, ψαριών και σεξ για τους Σουηδούς. Μπροστά μας όμως, στην σκηνή, έχουμε Βέλγους. Οι Haunted Youth κάνουν, μέσα στην ντάλα του καλοκαιριού, μια παραπάνω από φιλότιμη προσπάθεια να παρασύρουν στους ρυθμούς τους τους κάπου 100-150 γενναίους του Μπρανκαλεόνε που βρίσκονται από νωρίς στο stage, και δείχνουν να κερδίζουν το χειροκρότημα. Δεν ξέρω αν είναι η άκρως κιθαριστική dream pop με τα ελαφρώς θορυβώδη περάσματα στην κιθάρα που παίζουν ή ο επικοινωνιακός τραγουδιστής ή και τα δύο που μαζί, όμως οι Haunted Youth τα καταφέρνουν να κερδίσουν φίλους στο κοινό, παρά το γεγονός ότι παίζουν μέσα στο λιοπύρι και έχουν δυό πολύ μεγαλύτερα ονόματα να έπονται στην ίδια σκηνή. Ίσως μια σόλο εμφάνιση σε κάποιον μικρό χώρο να μπορεί να τους αφήνε να ξεδιπλώσουν πιο πολύ το ταλέντο τους.

Oι Haunted Youth τελειώνουν το σετ τους χειροκροτούμενοι, ενώ ο χώρος έχει αρχίσει να γεμίζει κόσμο και αδημονούμε να δούμε τους Viagra Boys, την μπάντα που προκάλεσε άπειρες συζητήσεις με το περσινό της λάιβ στο OAKA. Ξαφνικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έξι φάτσες που θα μπορούσαν, άνετα, να είχαν βγει από ταινία του Aki Kaourismaki, και οι οποίες έρχονται οπλισμένες με όλη την απαραίτητη punk ορμή κα αυθάδεια για να προκαλέσουν έναν γερό χαμούλη μέσα στο κοινό. Πρώτο τραγούδι και ήδη βλέπουμε πολύ κόσμο στις πρώτες σειρές να κάνει ένα ατελειώτο πόγκο, ανταποκρινόμενο πλήρως στα γκάζια που πατάνε οι Σουηδοί. Στην μέση ένας Sebastian Murphy σε μεγάλα κέφια να δίνει μαθήματα punk attitude, στα αριστερά ο Oskar Karls να δίνει το δικό του σόου με την κιθάρα και τα σαξόφωνά του και να ξεβιδώνεται στον χωρό, στα δεξιά ένας ανεκδίηγητος Elias Junqvist (με ένα ακόμη πιο ανεκδιήγητο καουμπόϊκο καπέλο) να κάνει τα δικά του στα πλήκτρα και τα bongos, τους Henrik Hockert και Linus Hilborg να κάνουν ποζεριλίκια στο μπάσο και την κιθάρα, και βέβαια τον Tor Sjoden να κρατάει τα μπόσικα στα ντράμς.

 

Πλάκα στην πλάκα, οι Viagra Boys είναι ίσως μια από τις πιο σφιχτοδεμένες μπάντες που έχω δει ποτέ. Και ας γκρινιάζει όσο θέλει η εγχώρια indie ορθοδοξία. Διασκεδάζεις τα μάλα όταν τους βλέπεις, σου μεταδίδουν αυτό το party energy, ακόμη και όταν αναφέρονται σε σοβαρά θέματα, ακόμη και στις πιο ειρωνικές, στιχουργικά, στιγμές τους. Έχουν μέσα τους μια σάτυρα που τσακίζει κόκκαλα, συνδυασμένη βέβαια με μια διάθεση για απίστευτο χαβαλέ και μια τάση να γυρίζουν σε ένα από τα πιο συνηθισμένα σουηδικά χόμπυ, αυτό του να πίνεις άθλια ξίδια μέχρι τελικής πτώσεως. “Είναι midsommar, και δεν έχω φέρει μαζί μου Σουηδικά schnapps, οπότε αποφάσισα να πιώ κάτι αντίστοιχο που έχετε εδω και το λένε ούζο, δοκίμασα να το πιω με red bull, ΤΙΜΑΛΑΚΙΑΗΤΑΝΑΥΤΗ, τελικά ήπια άλλο ένα ούζο σκέτο με παγάκια, αυτό ήταν κάπως καλύτερο”, δήλωσε μεταξύ τραγουδιών ο Murphy. “Πέρσι περάσαμε τέλεια εδώ, είχε άπειρη ζέστη αλλά ο κόσμος μας πέταγε μπύρες στη μούρη. Τζάμπα μπύρα, θα μπορούσα να ζω εδώ”, με αποτέλεσμα να φύγει για την σκηνή μέσα στα επόμενα λεπτά μια ομοβροντία από κουτάκια μπύρας το περιεχόμενο των οποίων καταναλώθηκε επιδεκτικά επί σκηνής.

 

Ανάμεσα στα highlights της χαοτικής setlist των Viagra Boys, εκείνο το music concrete/noise ιντερλούδιο στο ADD με την κιθάρα και το σαξόφωνο να σολάρουν κολασμένα, η γκαζωμένη εκτέλεση του Troglodyte, η σουρρεαλιστκή σκηνή στο Sports όπου το κοινό δώρισε στην μπάντα μπαλάκια του τένις, και βέβαια το τέλος με μια κολασμένη εκτέλεση του Research Chemicals, με τον Oskar να παίζει το σαξόφωνο του χορεύοντας πάνω στους ενισχυτές στα αριστερά της σκηνής, και τον Elias να πέρνει στα χέρια του το σινθεσάηζερ και να κάνει ακριβώς το ίδιο στο άλλο άκρο της σκηνής, δείχνοντας το πόσο μεγάλοι showmen είναι οι Viagra Boys σαν σύνολο.

 

Μετά,λοιπόν, το πέρασμα του τυφώνα Viagra Boys από το ξέφωτο του ΚΠΙΣΝ τι; Όλοι περιμέναμε ότι οι Interpol θα ήταν μερικά κλικ πιο υποτονικοί σαν σκηνική παρουσία, αλλά ότι θα κατάφερναν να μας βάλουν στην υποβλητική ατμόσφαιρα των τραγουδιών τους. Η ώρα και η εμπειρία ήταν οι καλύτεροι σύμμαχοι τους. Είχε μόλις νυχτώσει όταν ο Paul Banks και η παρέα του βγήκαν στο stage. Και κάπου εδώ τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν πολύ, μα πολύ στραβά. Το κοινό ήταν έτοιμο να πάρει φωτιά, ψημένο να μπει στην ατμόσφαιρα των Interpol, αλλά οι Interpol ήταν κάθε άλλο παρά έτοιμοι να το κάνουν αυτό. Κούραση; Ελλειπής προετοιμασία; Ελάχιστες πρόβες; Τρακ; Όλα μπορεί να τα πιθανολογήσει κανείς. Μπάσιμο λοπόν με το Toni, με την μπάντα να φαίνεται – και κύρίως να ακούγεται- απίστευτα μαγκωμένη, και αυτό να γίνεται αντιληπτό από το κοινό.Ακόμη χειρότερα τα πράγματα στο Obstacle 1 με την φωνή του Banks να μην ακούγεται, και μια αίσθηση ότι κανείς από αυτούς που είναι on stage δεν προσέχει ή ακούει τι κάνουν και τι παίζουν οι άλλοι. Για τα πρώτα τέσσερα κομμάτια υπήρχε η αίσθηση ότι όλη η μπάντα ήταν εκτός τόπου και χρόνου, και έπαιζαν σε συνθήκες πλήρους αισθητηριακής απομόνωσης, ενώ κάποιος αφαιρούσε σιγά σιγά αυτά που τους μπλόκαραν. Το πράγμα φάνηκε να παίρνει το δρόμο του μετά από μια κάπως πιο γρήγορη εκτέλεση του Εvil (cc Paul Banks “That was Evil”), με την μπάντα όμως να αδυνατεί να πιάσει την απαιτούμενη απόδοση στην διάρκεια του set της, ίσως με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις (C’mere, No I in the Threesome, Lights, και μια απρόσμενα όμορφη εκτέλεση του The New), για να κλείσει αυτό το φοβερά άνισο σετ με το Slow Hands. Δεν ξέρω εάν αυτό το λάιβ αποκαθήλωσε για πολλούς τους Interpol, αλλά το σίγουρο είναι ότι φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.Παρέλαβαν ένα έτοιμο και ζεσταμένο κοινό, για να χύσουν μόνοι τους την καρδάρα με το γάλα. Και αυτό δεν χωνεύεται με τίποτα.

 

 

(Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού)

(Φωτογραφίες Siouxsie, Echo & the Bunnymen από Release Festival)