Οι μαγικοί Belle and Sebastian στο Άνοδος Live Stage

Πρώτη συναυλία των Belle and Sebastian στην Αθήνα, μετά από δύο δεκαετίες, και παρά τις κακοτοπιές, η βραδιά αποδείχτηκε μαγική.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Άνοδος Live Stage δεν ειναι και ο καλύτερος αμιγώς συναυλιακός χώρος. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίον είναι φτιαγμένος ο χώρος, δεν βοηθάει. Σε πολλά σημεία, και ιδίως στον εξώστη, η οπτική επαφή γινόταν δύσκολη ακόμη και για έναν, ομολογουμένως, ψηλό άνθρωπο. Η εσωτερική διαρρύθμιση της πλατείας, με τα μπαρ σε απόσταση αναπνοής από την σκηνή, φάνηκε μάλλον δυσλειτουργική. Ίσως το αποκορύφωμα, και αυτό που αφαιρούσε πιο πολύ από την μαγεία του λάηβ, ήταν η πολύ κακή διαχείριση του ίδιου του stage: για κάποιον περίεργο λόγο, το μηχάνημα που έβγαζε καπνούς στην σκηνή φαινόταν να υπερβάλλει εαυτόν, συνοδευόμενο από πολύ κακό φωτισμό, σε χτυπητό κόκκινο και μπλέ, που έβγαζε μάτι.

Υπό αυτές λοιπόν τις συνθήκες, κλήθηκαν οι Amalia & the Architects να ανοίξουν την συναυλία. Παρά την γενικευμένη κάπνα και τον κακό φωτισμό της σκηνής, και παρά τον άχαρο, γενικά, ρόλο του support, οι Amalia & the Architects στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και παρέδωσαν ένα ωραίο σαραντάλεπο σετ, στο οποίο έδωσαν το στίγμα τους. Υπηρετούν αυτό το είδος της ανεξάρτητης φολκ, η οποία όμως λοξοκοιτάει προς την πιο ηλεκτρισμένη μορφή της Americana, και τις συνθέσεις του Tim Buckley, με έναν τρόπο, που ταιριάζει γάντι και με τις indie ευαισθησιες των Belle and Sebastian. Έχουν όλα τα περιθώρια να κάνουν ενδιαφέροντα πράγματα στο μέλλον.

Κατεβαίνουν, λοιπόν, οι Amalia & the Architects από την σκηνή, αρχίζουν να στήνονται τα όργανα των Belle & Sebastian, και μαζί με αυτό, υπάρχει και η προσδοκία να φτιάξει κάπως η κατάσταση στο stage. Αλλά φευ. Το μηχάνημα συνεχίζε να φτύνει καπνό δίχως αύριο, λες και κάποιος είχε ξεχάσει να το κλείσει. Επόμενο ήταν το μεγαλύτερο μέρος από τα όμορφα visuals που συνοδεύουν τους Belle & Sebastian να πάει άκλαυτο, μειώνοντας κάπως την μαγεία.

Ευτυχώς, όμως, την κατάσταση έσωσαν ο Stuart Murdoch και η τρελοπαρέα από την Σκωτία. Ανέβηκαν στην σκηνή με μπρίο και περισσή όρεξη, έκαναν το κοινό,που είχε κατακλύσει τον χώρο, να χορεύει σχεδόν ασταμάτητα, και έκαναν ένα υποδειγματικό λάηβ. Ο Stuart Murdoch έγραψε πολλά χιλιόμετρα επί σκηνής, ξεβιδώθηκε στον χωρό, έδειξε το εξωστρεφή του εαυτό στο κοινό (είναι ένας από τους πιο επικοινωνιακούς frontmen που κυκλοφορούν στην Βρετανία), έκανε πλακίτσα επί σκηνής με τον κιθαρίστα/αρμονικίστα/πιανίστα Stevie Jackson, και χάρισε άπειρα χαμόγελα. Η πολυοργανίστρια (και τι δεν έπαιξε) Sarah Martin βοήθησε τα μάλα στο χτίσιμο των κομματιών, ενώ στα μετώπισθεν τα τύμπανα του Richard Colburn και το μπάσο του Bobby Kildea έδιναν το απαραίτητο βάθος στον ήχο.

I want the world to stop, Dear Catastrophe Waitress, The Boy with the Arab Strap, La Pastie de la Bourgeoisie. Ο κόσμος από κάτω, βρισκόταν σε μια κατάσταση ευφορίας. Μετά από περίπου 100 χορταστικά συναυλιακά λεπτά, οι Belle & Sebastian άφησαν την σκηνή, με τον Stuart Murdoch να υπόσχεται ότι θα επιστρέψουν σύντομα.

Με αυτήν την εμφάνιση τους οι Belle and Sebastian απέδειξαν δύο πράγματα. Ότι συνεχίζουν να είναι μια φορμαρισμένη, συναυλιακή μπάντα, και θα συνεχίσουν να είναι έτσι για αρκετά χρόνια ακόμη, και ότι η αυτή η ευαίσθητη πλευρά της indie, συνεχίζει να μας συνεπαίρνει.

 

Κείμενο : Duke Zappa

ΦωτογραφίεςΑλεξάνδρα Κατσαρού 

 

Belle & Sebastian

Amalia & the Architects